Η Αμυγδαλιά σύμβολο της Ελπίδας
Αμυγδαλιά, η νύφη του χειμώνα

που κάνει μύγδαλα, τσίγδαλα,
μυγδαλοτσιγδαλότσιγδα…»
Άλλοι την αποκαλούν «νυφούλα του χειμώνα» και δε χορταίνουν να θαυμάζουν τα λεπτεπίλεπτα, μοσχομυριστά άνθη της, που είναι οι πρώτοι μαντατοφόροι της άνοιξης. Άλλοι γκρινιάζουν ότι είναι παράτολμη και επιπόλαιη, επειδή βιάζεται να ανθίσει, ενώ βρισκόμαστε ακόμη στην καρδιά του χειμώνα. Δεν έχουν και ολότελα άδικο, γιατί συχνά τη βιασύνη της την πληρώνει ακριβά, αφού τα χιόνια καιροφυλακτούν και την παγώνουν. Αλλά όλοι ανεξαιρέτως την αγαπούν και την καμαρώνουν, γιατί εκτός του ότι μας δίνει απλόχερα το χρήσιμο και θρεπτικό καρπό της, συμβολίζει την ομορφιά, την αγνότητα και την ελπίδα ότι «ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει»…
Η αμυγδαλιά ανήκει στην οικογένεια των Ροδιδών και η καλλιέργειά της είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Πατρίδα της θεωρείται η Δυτική Ασία και πιθανότατα η Μικρά Ασία. Αναφορές για αυτήν συναντάμε σε ελληνικά κείμενα του 6ου π.Χ. αιώνα. Οι Έλληνες τη σύστησαν στους Ρωμαίους και μετά η καλλιέργειά της εξαπλώθηκε σταδιακά σε όλες τις μεσογειακές χώρες. Να φανταστείτε ότι το αμύγδαλο στα λατινικά ονομαζόταν nux Graecum, που θα πει «ελληνικό καρύδι»! Είναι γεγονός ότι στη Μεσόγειο τη…σηκώνει το κλίμα, γιατί για να ευδοκιμήσει, χρειάζεται ήπιο χειμώνα χωρίς απότομες αλλαγές θερμοκρασίας, γλυκό φθινόπωρο και θερμό και ξηρό καλοκαίρι. Και κάτι παράξενο: «αμύγδαλα» ονομάζουν οι αρχαιολόγοι τα λίθινα κατασκευάσματα μήκους 6-25 εκατοστών, που έχουν σχήμα αμυγδάλου. Εικάζεται ότι χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία ή όπλα στην Παλαιολιθική εποχή!
«Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά…»
Το ύψος της αμυγδαλιάς μπορεί να φτάσει από 4-12 μέτρα. Είναι δέντρο φυλλοβόλο και ανθεκτικό στην ξηρασία. Φυτρώνει…ακάθεκτη σε όλα σχεδόν τα εδάφη, ακόμη και στα πετρώδη και σε αυτά που έχουν μεγάλη κλίση. Έχει επίσης την «ιδιοτροπία» πρώτα να βγάζει τα άνθη και μετά τα φύλλα της, που έχουν σχήμα έλλειψης, είναι οδοντωτά και μοιάζουν με «κεφαλές» λόγχης. Όταν ανθίζει, είναι χάρμα οφθαλμών: κλειστά ακόμη, τα μπουμπούκια της είναι αχνορόδινα, αλλά μόλις ανοίξουν, μας αποκαλύπτουν άνθη λευκά και μυρωδάτα, σε πυκνούς σχηματισμούς. Όχι άδικα, λοιπόν, καλλιεργείται ευρύτατα και ως καλλωπιστικό δέντρο. Όλα τα έντομα και ιδιαίτερα οι μέλισσες, τρελαίνονται να της κάνουν επισκέψεις την εποχή της ανθοφορίας της. Το ξύλο της αμυγδαλιάς θεωρείται κατάλληλο για λεπτές, ξυλουργικές εργασίες, γιατί είναι σκληρό και βαρύ.

Έτσι λέει ο λαός μας για να περιγράψει και να παινέψει κάποιον ή κάτι που θεωρείται πολύ αξιόλογο. Αν ακόμη και το φαινομενικά άχρηστο μέρος του, δηλαδή το κουκούτσι, είναι αμύγδαλο, καταλαβαίνετε πόσο καλό είναι αυτό το κάτι στο σύνολό του…Ο καρπός της αμυγδαλιάς μοιάζει με… επτασφράγιστο μυστικό: μέσα στον πυρήνα βρίσκονται καταχωνιασμένα ένα ή δύο σπέρματα, γνωστά και ως αμυγδαλόψιχα. Ο πυρήνας καλύπτεται από ένα καφετί, ξυλώδες περίβλημα, που έχει μικρές τρύπες και λέγεται ενδοκάρπιο. Το ενδοκάρπιο, τέλος, καλύπτεται από ένα γκριζοπράσινο, χνουδωτό, σαρκώδες περίβλημα, το εξωκάρπιο. Το εξωκάρπιο κυριολεκτικά «σκίζεται» για να εξυπηρετήσει την κατάσταση και πέφτει στο έδαφος, όταν το ενδοκάρπιο γίνει αρκετά σκληρό και προστατευτικό για τον πυρήνα!
Νόστιμα και χρήσιμα
Υπάρχουν δύο ειδών αμύγδαλα, τα γλυκά και τα πικρά. Τα γλυκά αμύγδαλα είναι οι θεμέλιοι λίθοι της ζαχαροπλαστικής (και που δεν τα συναντάμε, από τα σκαλτσούνια και τους κουραμπιέδες, μέχρι τις πάστες και τα γλυκά κουταλιού), αλλά χρησιμοποιούνται επίσης στην ποτοποιία και βέβαια καταναλώνονται ως ξηροί καρποί. Υπάρχει μάλιστα ειδική κατηγορία γλυκών, τα αμυγδαλωτά, παραδοσιακές συνταγές για την παρασκευή των οποίων μπορείτε να βρείτε σε πάρα πολλές περιοχές της χώρας μας και ιδιαίτερα στα νησιά. Το αμυγδαλωτό μπορείτε να το ζητήσετε και ως «αμυγδαλόπαστα», ενώ το γνωστό και αγαπημένο σας μαντολάτο λέγεται αλλιώς και «αμυγδαλόπηκτο». Τα αμύγδαλα δίνουν επίσης ένα γερό χέρι βοηθείας στη φαρμακευτική, την αρωματοποιία, τη σαπωνοποιία και την παρασκευή καλλυντικών. Ύστερα από σχετική επεξεργασία, τους βγάζουμε κυριολεκτικά το λάδι, αλλά και το γάλα, που όπως θα μαντέψατε λέγονται «αμυγδαλόλαδο» και «αμυγδαλόγαλα».
Γεώργιος Ιακωβίδης, Αμυγδαλιές
Τα τραγούδια της αμυγδαλιάς
Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά
Αμυγδαλιά αμυγδαλιά
Αγυγδαλιά
Οι μύθοι της αμυγδαλιάς
Φυλλίδα και Δημοφώντας
Η Φυλλίδα και ο Δημοφώντας μέσα από τα μάτια των παιδιών
Η Αμυγδαλιά και το φεγγάρι
Ζωγραφίσαμε την ιστορία
Πάζλ
Ποιήματα
Γεώργιος Δροσίνης
Γεωργίου Δροσίνη, Η αμυγδαλιά
Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά
με τα χεράκια της
κι εγέμισ’ από άνθη η πλάτη
η αγκαλιά και τα μαλλάκια της.
Αχ, σαν την είδα χιονισμένη την τρελή
γλυκά τη φίλησα
της τίναξα όλα τ’ άνθη από την κεφαλή
κι έτσι της μίλησα:
Τρελή, σαν θες να φέρεις στα μαλλιά σου τη χιονιά
τι τόσο βιάζεσαι;
Μονάχη της θε να `ρθει η βαρυχειμωνιά,
δεν το στοχάζεσαι;
Του κάκου τότε θα θυμάσαι τα παλιά
τα παιχνιδάκια σου
σκυφτή γριούλα με τα κάτασπρα μαλλιά
και τα γυαλάκια σου.
Η γυναίκα για την οποία έγραψε το ποίημα ο Γεώργιος Δροσίνης η αδερφή του
Η “ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ” ΤΟΥ ΒΙΝΣΕΝΤ ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ

Το 1888, ο Βαν Γκογκ μετακόμισε στην πόλη Αρλ της Νότιας Γαλλίας. Του άρεσε το φως της περιοχής και αφιερώθηκε στη ζωγραφική.
Τον Φεβρουάριο του 1890, μετά και από την απογοήτευση που είχε από το φευγιό του πολύ στενού του φίλου, επίσης ζωγράφου, Πολ Γκογκέν, ο οποίος τον είχε επισκεφθεί – εκείνη η περίοδος υπήρξε από τις ευτυχέστερες της ταλαιπωρημένης ζωής του Βαν Γκογκ – αλλά τον είχε εγκαταλείψει γιατί δεν άντεξε τις παραξενιές του, ο Βαν Γκογκ βρίσκονταν στο ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στο Σαιν Ρεμύ της Αρλ.
Τότε έλαβε ένα γράμμα από το Παρίσι και τον αδελφό του Τεό. Τα δυο αδέλφια ήταν πολύ δεμένα και ο Τεό στήριζε και συντηρούσε τον αδελφό του.
Στο γράμμα αυτό με ημερομηνία Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 1890, ο Τεό του έγραφε ότι είχε αποκτήσει τον πρώτο του παιδί, ένα γιό και του είχε δώσει το όνομά του – Βίνσεντ.
Την χαρά και αισιοδοξία που του χάρισε η είδηση, ο Βίνσεντ βαν Γκογκ την εξέφρασε ζωγραφίζοντας μια ανθισμένη αμυγδαλιά, με φόντο τον καταγάλανο ουρανό μέσα στο φως της Αρλ που τόσο πολύ αγαπούσε και δώρισε το έργο στο ζευγάρι – τον Τεό και την Τζο – για να τον κρεμάσουν πάνω από το κρεβατάκι του μωρού τους.

Ο Τεό έγραψε σε επόμενο γράμμα στον αδελφό του, ότι το μωρό κοιτούσε τον πίνακα και έδειχνε γοητευμένο.
Το έργο είναι πιθανότατα εμπνευσμένο από τις ιαπωνικές στάμπες. Είχε ήδη έρθει σε επαφή με την ιαπωνική τέχνη, από την οποία και δανείζεται στοιχεία ή πολλές φορές μιμείται την τεχνοτροπία της, όταν παρακολουθούσε μαθήματα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αμβέρσας. Αρκετές από τις προσωπογραφίες του, περιλαμβάνουν επίσης, σε δεύτερο πλάνο, κάποια στοιχεία της ιαπωνικής τέχνης.
Ο Βαν Γκογκ επηρεασμένος θετικά από τον ερχομό του νεογέννητου και της άνοιξης που έκανε την εμφάνισή της μέσα στα μικρά νιόβγαλτα λουλουδάκια της αμυγδαλιάς, θέλησε να ζωγραφίσει και άλλα έργα με το ίδιο θέμα και να κάνει μια ολόκληρη σειρά – εξάλλου τα ανθισμένα δέντρα ήταν αγαπημένο του θέμα από την πρώτη στιγμή που εγκαταστάθηκε στην Αρλ – όμως δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του καθώς η ψυχική του υγεία κλονίστηκε με μια ακόμα κρίση, την οποία όταν ξεπέρασε είχε πια τελειώσει η ανθοφορία στις αμυγδαλιές. Στην συνέχεια ζωγραφίζει αρκετές παραλλαγές με κλαδιά αμυγδαλιάς, άλλωστε τα ανθισμένα δέντρα αντιπροσώπευαν για τον Βαν Γκογκ την αφύπνιση και την ελπίδα.
Παιδί της Άνοιξης και ο ίδιος–γεννήθηκε τέλη Μάρτη–έχει απεικονίσει σε πολλά από τα έργα του την ανθισμένη ύπαιθρο. Ο ίδιος ήταν ένας ζωγράφος με ευμετάβλητο ψυχισμό και πολλές κρίσεις κατάθλιψης. Επηρεασμένος από το κίνημα το ιμπρεσιονισμού, αν και ο ίδιος θεωρείται μετα-ιμπρεσιονιστής, χρησιμοποιεί το χρώμα με τέτοιο τρόπο που σε πολλά από τα έργα του το αποτέλεσμα είναι εκτυφλωτικό.
Χρησιμοποίησε συχνά τεχνικές των ιμπρεσιονιστών αλλά διαμόρφωσε παράλληλα και ένα προσωπικό ύφος, το οποίο διακρίνεται από την χρήση συμπληρωματικών χρωμάτων που οι ιμπρεσιονιστές αποφεύγουν.
Από το ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στο Σαιν Ρεμύ, έφυγε τον Μάιο εκείνης της χρονιάς και πριν τελειώσει το καλοκαίρι, ο ίδιος έκλεισε τον κύκλο της ζωής του, αυτοκτονώντας στα 37 του χρόνια.
Είχε προλάβει να ζωγραφίσει μόνο 10 χρόνια κι όμως στο σύντομο πέρασμά του από τη γη, κατόρθωσε να συνταράξει τον κόσμο της Τέχνης κι ας είχε μπορέσει να πουλήσει μόνο ένα έργο.
Σήμερα, οι πίνακες του – όταν πωλούνται – φτάνουν σε δυσθεώρητα ύψη τιμών.
«Η επιτυχία είναι μερικές φορές το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης σειράς αποτυχιών», έχει γράψει ο Βίνσεντ βαν Γκογκ.
Το έργο του «Blossoming Almond Tree» (Ανθισμένη Αμυγδαλιά), που ζωγράφισε για να το χαρίσει στον νεογέννητο ανιψιό του τον Φεβρουάριο του 1890 – κι ας μην τον είδε ποτέ – βρίσκεται στο Μουσείο Vincent van Gogh στο Άμστερνταμ.
«Δεν υπάρχει τίποτα πιο καλλιτεχνικό από το να αγαπάς κάποιον» έγραψε επίσης, ο αντισυμβατικός, ευαίσθητος και παθιασμένος καλλιτέχνης.
Αναπαραστήσαμε τον γνωστό και αγαπημένο πίνακα
Η Αλκυόνη και οι αλκυονίδες μέρες

Την Αλκυόνη θα τη δούμε το χειμώνα να πετά πάνω από τις λίμνες , να κάθεται στις άκρες των καλαμιών και στα κράσπεδα των καναλιών έτοιμη να εφορμήσει στην τροφή της. Ώρες πολλές μπορεί να κάθεται ακίνητη στις άκρες λιμνών ή ποταμών πάνω σε ένα καλάμι ή βραχάκι. Μόλις θα δει κάποιο ψάρι κοντά στην επιφάνεια του νερού, εφορμά κάθετα με τα φτερά της διπλωμένα. Αστραπιαία, με το μυτερό και δυνατό της ράμφος, το αρπάζει και σε κλάσματα του δευτερολέπτου έχει βγει από το νερό. Θα απολαύσει το γεύμα της αρχίζοντας συνήθως από το κεφάλι και αφού τινάξει και τακτοποιήσει το φτέρωμά της είναι έτοιμη για νέα επίθεση.
Πολλές φορές πριν βουτήξει για να αρπάξει εντυπωσιακά τη λεία της, φτερουγίζει επιτόπου το ίδιο εντυπωσιακά!
Είναι ίσως το πουλί του τόπου μας με το πιο χαρακτηριστικό πτέρωμα. Έντονα μεταλλικό γαλάζιο στο πάνω μέρος, λευκός λάρυγγας, λευκή κηλίδα στο λαιμό στο κάτω μέρος και μάγουλα πυρόξανθα με κόκκινα πόδια.
Φωλιάζει σε πρανή κοντά στο νερό, φτιάχνοντας μια σήραγγα όπου γεννά έξι-εφτά στρογγυλά αυγά.
Το γρήγορο, ίσιο και χαμηλό πέταγμά της πάνω από το νερό, δίνει την εντύπωση γαλάζιου βέλους που σχίζει τον αέρα!
Η Αλκυόνα δεν εγκαταλείπει ποτέ το ταίρι της. Με τη συζυγική πίστη των Αλκυόνων ασχολήθηκε ο Πλούταρχος που αφηγείται ότι, αν ο σύζυγος της Αλκυόνης γεράσει και δεν μπορεί να πετάξει, τότε η θηλυκή Αλκυόνη τον παίρνει στους ώμους της και τον φέρνει πάντοτε μαζί της, τον ταΐζει και τον περιποιείται ως το θάνατο.
Ο παγωμένος Ιανουάριος είναι ο μήνας που είναι περισσότερο συνδεδεμένος σύμφωνα με τη μυθολογία με αυτό το πουλί.
Όλοι ξέρουμε τις «Αλκυονίδες ημέρες», που εμφανίζονται κάθε χρόνο στη μέση του χειμώνα. Είναι μερικές ηλιόλουστες μέρες χωρίς σύννεφα και ανέμους στο χρονικό διάστημα από τις 15 Δεκεμβρίου ως τις 15 Φεβρουαρίου. Η ονομασία τους είναι αρχαία ελληνική και προέρχεται από τον Αριστοτέλη. Τις ημέρες αυτές επικρατεί ηλιοφάνεια, αρκετή ζέστη και σχετική άπνοια και μέσα στη καρδιά του χειμώνα απολαμβάνουμε μερικές ημέρες καλοκαιρίας, κατά τη διάρκεια των οποίων η ελάχιστη θερμοκρασία δεν κατεβαίνει κάτω από τους 4 βαθμούς και η μέγιστη δεν υπερβαίνει τους 14 βαθμούς Κελσίου. Το καιρικό αυτό φαινόμενο παρατηρείται στην Ελλάδα και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι, που όλα τα εξηγούσαν με μύθους, είχαν πλάσει και γι’ αυτό το αξιοπρόσεκτο φαινόμενο ένα μύθο, το μύθο της Αλκυόνης.
Η Αλκυόνη, κόρη του Αίολου και της Αιγιάλης, παντρεύτηκε τον γιο του Εωσφόρου Κήυκα. Η αγάπη που ένιωθε ο ένας για τον άλλον τους οδήγησε να συγκρίνουν τους εαυτούς τους με το αρχέτυπο θεϊκό ζευγάρι, τον Δία και την Ήρα και να ονομάζονται με τα ονόματα εκείνων, όχι τα δικά τους. Οι θεοί τους τιμώρησαν, μεταμόρφωσαν την Αλκυόνη στο ομώνυμο ψαροφάγο θαλασσοπούλι και τον Κήυκα σε πουλί που ορμά στη θάλασσα για να αρπάξει τη λεία του, ίσως γλάρο. Επειδή όμως η Αλκυόνη έφτιαχνε τη φωλιά της κοντά στην ακτή και τα κύματα την κατέστρεφαν, ο Δίας τη λυπήθηκε και διέταξε τους ανέμους να σταματήσουν για δεκατέσσερις μέρες, επτά πριν το χειμερινό ηλιοστάσιο και επτά μετά. Στη διάρκεια αυτών των ημερών, η Αλκυόνη επωάζει τα αυγά της. Αυτές οι χωρίς κακοκαιρία μέρες ονομάστηκαν Αλκυονίδες.
Ο Οβίδιος παραλλάσσει κατά πολύ την ιστορία αποδίδοντας την αιτία της μεταμόρφωσης των δύο ηρώων στον οίκτο των θεών. Διηγείται, λοιπόν, ότι ο Κήυκας αποφάσισε να ταξιδέψει, για να ζητήσει χρησμό από το μαντείο του Απόλλωνα στην Κλάρο. Τα παρακάλια της Αλκυόνης για τον κίνδυνο από τους ανέμους -τους ήξερε καλά από τα παιδικά της χρόνια σαν κόρη του Αιόλου που ήταν- δεν σταμάτησαν τον Κήυκα. Όμως θαλασσοταραχή στο Αιγαίο τσάκισε το πλοίο και ο ίδιος πνίγηκε. Το σώμα του ξεβράστηκε στην ακτή, όπου το βρήκε η Αλκυόνη. Ο θρήνος της προκάλεσε τη συμπόνια των θεών που τους μεταμόρφωσαν σε πουλιά.
Μία άλλη εκδοχή θέλει τις Αλκυονίδες κόρες του Γίγαντα Αλκυονέα, επτά στον αριθμό, οι οποίες μετά το φόνο του πατέρα τους σκοτώθηκαν πηδώντας στη θάλασσα, και μεταμορφώθηκαν στη συνέχεια από την Αμφιτρίτη στα πουλιά αλκυόνες.

Ο Μορφέας μεταμορφωμένος σε Κήυκα παρουσιάζεται στην Αλκυόνη
Υπάρχει και άλλη εκδοχή, κατά την οποία η Αλκυόνη και οι έξι αδελφές τις μεταμορφώθηκαν στον αστερισμό των Πλειάδων. Οι Πλειάδες μεσουρανούν τον Ιανουάριο, όταν και γεννάει η αλκυόνα. Την αναφορά την κάνει ο Αριστοτέλης στο έργο του Περί ζώων ιστοριών, όπου αναφέρει ότι ο αλκυόνη γεννά επτά μέρες τα αβγά και επτά τα μεγαλώνει, κατά τις οποίες μέρες ο Δίας παραχώρησε τις αλκυονίδες μέρες, αναφέροντας ότι δεν συμβαίνουν παντού αλκυονίδες μέρες, αλλά στην περιοχή της Σικελίας πάντα.
Ο αριθμός των Πλειάδων, επτά, ή εννιά μαζί με τους γονείς τους ή και 14 ορατές με γυμνό μάτι, ταυτίζεται με τον αριθμό των αλκυονίδων ημερών, επτά, ή 14 όπως ήταν αρχικά, επτά πριν το χειμερινό ηλιοστάσιο και επτά μετά από αυτό. Γι’ αυτό και τα διαφορετικά πρόσωπα της Αλκυόνης κόρης του Αίολου και της Αλκυόνης κόρης του Αλκυονέα μπορεί να σχετίζονται, και τουλάχιστον η μυθολογία τους αλληλοσυνδέεται.












































Πολύ όμορφος ο μύθος με την αμυγδαλιά κ αυτά που ζωγράφισαν τα παιδιά!
ΑπάντησηΔιαγραφή